κοχλακίζω
•
- κοχλάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοχλακίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοχλακίζω < ελληνιστική κοινή κόχλαξ (χαλίκι) γενική: κόχλακος + -ίζω. Δείτε και χοχλακίζω, κοχλάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοχλακίζω | κοχλακίζεις | κοχλακίζει | κοχλακίζουμε | κοχλακίζετε | κοχλακίζουν / κοχλακίζουνε |
| Παρατατικός | κοχλάκιζα | κοχλάκιζες | κοχλάκιζε | κοχλακίζαμε | κοχλακίζατε | κοχλάκιζαν / κοχλακίζαν / κοχλακίζανε |
| Αόριστος | κοχλάκισα | κοχλάκισες | κοχλάκισε | κοχλακίσαμε | κοχλακίσατε | κοχλάκισαν / κοχλακίσαν / κοχλακίσανε |
| Μέλλοντας | θα κοχλακίζω / θα κοχλακίσω | θα κοχλακίζεις / θα κοχλακίσεις | θα κοχλακίζει / θα κοχλακίσει | θα κοχλακίζουμε / θα κοχλακίσουμε | θα κοχλακίζετε / θα κοχλακίσετε | θα κοχλακίζουν / θα κοχλακίζουνε / θα κοχλακίσουν / θα κοχλακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοχλακίσει | έχεις κοχλακίσει | έχει κοχλακίσει | έχουμε κοχλακίσει | έχετε κοχλακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοχλακίσει | είχες κοχλακίσει | είχε κοχλακίσει | είχαμε κοχλακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοχλακίσει / να κοχλακίζω / να κοχλακίσω | να έχεις κοχλακίσει / να κοχλακίζεις / να κοχλακίσεις | να έχει κοχλακίσει / να κοχλακίζει / να κοχλακίσει | να έχουμε κοχλακίσει / να κοχλακίζουμε / να κοχλακίσουμε | να έχετε κοχλακίσει / να κοχλακίζετε / να κοχλακίσετε | να κοχλακίζουν / να κοχλακίζουνε / να κοχλακίσουν / να κοχλακίσουνε |
| Προστακτική | — | κοχλάκιζε / κοχλάκισε | — | — | κοχλακίζετε / κοχλακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →