κοχλιάριο
•
- λόγιοτεχνικό, χειρουργικό ή ειδικό εργαλείο με σχήμα κουταλιού Βικιλεξικό
- λόγιοκουτάλι, κουταλάκι Βικιλεξικό
- […] εκενώσαμεν τους σάκκους και εχύθησαν επί του εδάφους κοχλιάρια μικρά και μεγάλα, και δίσκοι, και ζάρφια, και σκεύη ποικίλα χρυσά και αργυρά […] (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας)
Ετυμολογία
κοχλιάριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κοχλιάριον • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοχλιάριο | κοχλιάρια |
| Γενική | κοχλιάριου / κοχλιαρίου | κοχλιαρίων |
| Αιτιατική | κοχλιάριο | κοχλιάρια |
| Κλητική | κοχλιάριο | κοχλιάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →