κοχλιώνω
•
- βιδώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοχλιώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοχλιώνω | κοχλιώνεις | κοχλιώνει | κοχλιώνουμε | κοχλιώνετε | κοχλιώνουν / κοχλιώνουνε |
| Παρατατικός | κοχλίωνα | κοχλίωνες | κοχλίωνε | κοχλιώναμε | κοχλιώνατε | κοχλίωναν / κοχλιώναν / κοχλιώνανε |
| Αόριστος | κοχλίωσα | κοχλίωσες | κοχλίωσε | κοχλιώσαμε | κοχλιώσατε | κοχλίωσαν / κοχλιώσαν / κοχλιώσανε |
| Μέλλοντας | θα κοχλιώνω / θα κοχλιώσω | θα κοχλιώνεις / θα κοχλιώσεις | θα κοχλιώνει / θα κοχλιώσει | θα κοχλιώνουμε / θα κοχλιώσουμε | θα κοχλιώνετε / θα κοχλιώσετε | θα κοχλιώνουν / θα κοχλιώνουνε / θα κοχλιώσουν / θα κοχλιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοχλιώσει | έχεις κοχλιώσει | έχει κοχλιώσει | έχουμε κοχλιώσει | έχετε κοχλιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοχλιώσει | είχες κοχλιώσει | είχε κοχλιώσει | είχαμε κοχλιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοχλιώσει / να κοχλιώνω / να κοχλιώσω | να έχεις κοχλιώσει / να κοχλιώνεις / να κοχλιώσεις | να έχει κοχλιώσει / να κοχλιώνει / να κοχλιώσει | να έχουμε κοχλιώσει / να κοχλιώνουμε / να κοχλιώσουμε | να έχετε κοχλιώσει / να κοχλιώνετε / να κοχλιώσετε | να κοχλιώνουν / να κοχλιώνουνε / να κοχλιώσουν / να κοχλιώσουνε |
| Προστακτική | — | κοχλίωνε / κοχλίωσε | — | — | κοχλιώνετε / κοχλιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →