Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοχύλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το όστρακο που προστατεύει τα μαλάκια Βικιλεξικό
    • Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάταξη και προσδιορισμός Φ.Π.Α. αναφορικά με τα ζυμαρικά που φέρουν την ονομασία noodles (νούγιες), ΑΑΔΕ, 04/08/2017 https://aade.gr/sites/default/files/2017-10/pol_1127_2017.pdf)

Ετυμολογία

κοχύλι < κογχύλιον στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική κογχύλιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοχύλικοχύλια
Γενικήκοχυλιούκοχυλιών
Αιτιατικήκοχύλικοχύλια
Κλητικήκοχύλικοχύλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →