Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοψοχέρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που προτιμά να «κόψει το χέρι του» παρά να ξαναψηφίσει ό,τι ψήφισε ή (γενικότερα) να ξαναεπιλέξει ό,τι ήδη είχε επιλέξει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοψοχέρης < μεσαιωνική ελληνική κοψοχέρης < κοψο- + χέρ(ι) + -ης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοψοχέρηςκοψοχέρηδες
Γενικήκοψοχέρηκοψοχέρηδων
Αιτιατικήκοψοχέρηκοψοχέρηδες
Κλητικήκοψοχέρηκοψοχέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →