Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοψοχρονιά

/ko.pso.xɾoˈɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη εξαιρετικά μειωμένη —έως εξευτελιστική— τιμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοψοχρονιά < κοψο- + χρονιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοψοχρονιάκοψοχρονιές
Γενικήκοψοχρονιάςκοψοχρονιών
Αιτιατικήκοψοχρονιάκοψοχρονιές
Κλητικήκοψοχρονιάκοψοχρονιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κοψοχρονιά

/ko.pso.xɾoˈɲa/επίρρημα
•
  1. προφορικόσε εξαιρετικά μειωμένη —έως εξευτελιστική— τιμή, πολύ φθηνά, ευκαιρία Βικιλεξικό
    • Πάντως η Goldman —που δίνοντας χθες εξηγήσεις για την επίμαχη αγορά ομολόγων της PDVSA περίπου είπε ότι το μόνο που έκανε ήταν η δουλειά της— δεν είναι η μοναδική εταιρεία της Wall Street που αγνοεί τον κρατιστή Μαδούρο και αγοράζει κοψοχρονιά τίτλους Βενεζουέλας προσδοκώντας σε τεράστια κέρδη. (Εφημερίδα των Συντακτών, 31.05.2017)
    • Βρήκα τυχαία αυτό το αυτοκίνητο και το πήρα κοψοχρονιά.

Ετυμολογία

κοψοχρονιά < κοψο- + χρονιά

Άλλοι τύποι

κοψοχρονιάκοψοχρονιάςκοψοχρονιέςκοψοχρονιών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →