κούκλα
•
- παιχνίδιανθρώπινο ομοίωμα, κατασκευή που μοιάζει με άνθρωπο Βικιλεξικό
- ειδικότεραανθρώπινο ομοίωμα, κατασκευή που μοιάζει με άνθρωπο Βικιλεξικό
- ανθρώπινο ομοίωμα, κατασκευή που μοιάζει με άνθρωπο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσφώνηση ή χαρακτηρισμός όμορφου ανθρώπου ή πράγματος Βικιλεξικό
- και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο
- Μεγαλώνοντας έγινε κούκλα. Όσοι τη γνώρισαν είχαν να το λένε. Ήταν ψηλή, κομψή, γοητευτική, τολμηρή, λαλίστατη, με πάλλευκο δέρμα, μαύρα μαλλιά, μελωδική φωνή, μάτια που έλαμπαν από ζωή και βλέμμα που σκότωνε.
- τρόπος συσκευασίας νήματος για πλέξιμο ή ύφανση, είδος μακρόστενου κουβαριού τυλιγμένου σε μηχανή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηνήμα τυλιγμένο σε μακρόστενη στρογγυλή λουρίδα με σχήμα οχτώ Βικιλεξικό
- Πόσες κούκλες μαλλί χρειαζόμαστε για το πουκάμισο;
- κώνος καλαμποκιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κούκλα < (άμεσο δάνειο) υστερολατινική cuculla < λατινική cucullus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kuH-l- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kewH- (καλύπτω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούκλα | κούκλες |
| Γενική | κούκλας | κουκλών |
| Αιτιατική | κούκλα | κούκλες |
| Κλητική | κούκλα | κούκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →