κούκου
•
- φωνή πουλιούο ήχος της φωνής του κούκου Βικιλεξικό
- στην παιδική γλώσσαπρόδρομη λέξη για το απαντητικό τζα σε προσομοίωση κρυφτού που απευθύνεται σε μωρά και νήπια Βικιλεξικό
- αργκόγια άνθρωπο που ζει στον κόσμο του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κούκου < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κούκου → δείτε και το αρχαίο κόκκυ (ηχομιμητική λέξη) από τη φωνή του κούκου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →