κούλα
•
- παρωχημένοπύργος, ακρόπολη Βικιλεξικό
- ιδιωματικόεξοχικό σπίτι, βίλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κούλα < μεσαιωνική ελληνική κουλά / κουλᾶς < τουρκική kule < οθωμανική τουρκική قله (kulle) < περσική قله (qolle) < αραβική قلة (qulla, κορυφή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούλα | κούλες |
| Γενική | κούλας | — |
| Αιτιατική | κούλα | κούλες |
| Κλητική | κούλα | κούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →