Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κούλουμα

/ˈku.lu.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο υπαίθριος πανηγυρισμός της «Καθαράς Δευτέρας» Βικιλεξικό
    • Στον λόφο του Φιλοπάππου εορτάζονται τα Κούλουμα στον δήμο Αθηναίων με την κορύφωση των εκδηλώσεων για το τριήμερο της Αποκριάς. (* εφημερίδα Εφημερίδα των Συντακτών)
  2. συνεκδοχικάη Καθαρά Δευτέρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κούλουμα < πληθυντικός της λέξης *κούλουμο : ή < αλβανική kulluem (καθαρός) : ή < αλβανική kulm (κορυφή, κορυφογραμμή) < λατινική culmen < πρωτοϊταλική *kolamen < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelH- (ανεβαίνω, λόφος) : < κούμουλο με αντιμετάθεση συμφώνων < μεσαιωνική ελληνική κούμουλον < λατινική cumulus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ku-m-olo < *ḱewh₁- (φουσκώνω, διογκώνω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκούλουμακούλουμα
Γενική—κούλουμων
Αιτιατική—κούλουμα
Κλητική—κούλουμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →