Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κούπες

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χαρτοπαίγνιο με μπάζες που έχει ως ατού τις κούπες (η ομάδα «χρώματος»/σχήματος των τραπουλόχαρτων) και παίζεται με τέσσερις παίκτες Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόη διαδικασία με τις βεντούζες που εφορμόζεται σε ανθρώπους με κρύωμα κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κούπες < (ουσιαστικοποιημένο) πληθυντικός του κούπα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκούπεςκούπες
Γενική——
Αιτιατική—κούπες
Κλητική—κούπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →