κούπες
•
- χαρτοπαίγνιο με μπάζες που έχει ως ατού τις κούπες (η ομάδα «χρώματος»/σχήματος των τραπουλόχαρτων) και παίζεται με τέσσερις παίκτες Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη διαδικασία με τις βεντούζες που εφορμόζεται σε ανθρώπους με κρύωμα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κούπες < (ουσιαστικοποιημένο) πληθυντικός του κούπα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούπες | κούπες |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | — | κούπες |
| Κλητική | — | κούπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →