κούριερ
•
- ταχυδρομική ή μεταφορική εταιρεία ή υπηρεσία που μεταφέρει (σε σύντομο χρονικό διάστημα) δέματα ή γράμματα Βικιλεξικό
- επάγγελμαυπάλληλος ταχυδρομικής ή μεταφορικής εταιρείας ή υπηρεσίας που μεταφέρει (σε σύντομο χρονικό διάστημα) δέματα ή γράμματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κούριερ < αγγλική courier < αγγλονορμανδική courrier < παλαιά γαλλική coreor < corir (τρέχω) / corre < λατινική currere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος curro < πρωτοϊταλική *korzō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱers- (τρέχω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →