κούρκος
•
- το γαλόπουλο Βικιλεξικό
- ορνιθοειδές Βικιλεξικό
- γαλοπούλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κούρκος < σλαβικής προέλευσης (ηχομιμητική λέξη) curca + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούρκος | κούρκοι |
| Γενική | κούρκου | κούρκων |
| Αιτιατική | κούρκο | κούρκους |
| Κλητική | κούρκε | κούρκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →