Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κούρμπα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η καμπή, το κύρτωμα του τροχού, της καμάρας κ.α. Βικιλεξικό
    • 21ος αιώνας, Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, (αρχική έκδοση: 2002), εκδόσεις: Καστανιώτη, 2011, ISBN: 9789600322439 @google.gr/books.

Ετυμολογία

κούρμπα < λατινικά: curvus ⁽ˡᵃ⁾ (κυρτωμένος, κυρτός, καμπτός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκούρμπακούρμπες
Γενικήκούρμπας—
Αιτιατικήκούρμπακούρμπες
Κλητικήκούρμπακούρμπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →