κούρσα
•
- αγώνας ταχύτητας μεταξύ αυτοκινήτων Βικιλεξικό
- αγώνας διεκδίκησης π.χ. σε διαγωνισμό, σε εκλογές κ.α. Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2023, 13η έκδοση. ISBN 978-960-16-8603-5, (αρχική έκδοση 2019).
- παρωχημένοτο αυτοκίνητο Βικιλεξικό
- Ο Μελέτης, λοιπόν, σκέφτηκε ότι κάποιος είχε φέρει την ξένη με κούρσα στο χωριό. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
Ετυμολογία
κούρσα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούρσα | κούρσες |
| Γενική | κούρσας | — |
| Αιτιατική | κούρσα | κούρσες |
| Κλητική | κούρσα | κούρσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →