Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κράζω

/ˈkɾa.zo/ρήμα
•
  1. για πουλιάβγάζω (δυνατή) φωνή ή κραυγή (σαν του κόρακα) Βικιλεξικό
  2. για ανθρώπουςφωνάζω (δυνατά και διαπεραστικά) Βικιλεξικό
  3. φωνάζω, καλώ, προσκαλώ κάποιον Βικιλεξικό
    • Άξαφνα όμως άκουσε μια φωνή που έκραξε τ’ όνομά της. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)
  4. μεταφορικάαποδοκιμάζω, γιουχάρω Βικιλεξικό
    • στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας είχα νιώσει ότι, ε, όπως και να το κάνεις, ο δημιουργός πήγαινε γυρεύοντας για να τον κράξουν, με τέτοιο συνδυασμό ασυναρτησίας, δηθενιάς και έπαρσης που ξετύλιγε στο πανί (Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, Εκδ. Ίκαρος, 2022)
    • ο προσπορισμός κέρδους από τη χειραγώγηση της μαζικής αφέλειας, είναι από τα πιο ειδεχθή κακουργήματα και παραδόξως εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, δεν τυγχάνει της ανάλογης αντιμετώπισης από τη δικαιοσύνη. Εδώ, το πολύ πολύ, να σε κράξουν στα τηλεοπτικά κατινοδικεία, να γελάσουν μαζί σου (αλλά, πρωτίστως, να γελάσουν με εκείνους που σε πιστεύουν) (Πέτρος Τατσόπουλος, Το όπιο του λαού - Μια ανορθόδοξη προσέγγιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
  5. μεταφορικάμαλώνω, επιπλήττω Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάπρομοτάρω πιεστικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κράζω < αρχαία ελληνική κράζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *k(V)r-

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκράζωκράζειςκράζεικράζουμεκράζετεκράζουν / κράζουνε
Παρατατικόςέκραζαέκραζεςέκραζεκράζαμεκράζατεέκραζαν / κράζαν / κράζανε
Αόριστοςέκραξαέκραξεςέκραξεκράξαμεκράξατεέκραξαν / κράξαν / κράξανε
Μέλλονταςθα κράζω / θα κράξωθα κράζεις / θα κράξειςθα κράζει / θα κράξειθα κράζουμε / θα κράξουμεθα κράζετε / θα κράξετεθα κράζουν / θα κράζουνε / θα κράξουν / θα κράξουνε
Παρακείμενοςέχω κράξειέχεις κράξειέχει κράξειέχουμε κράξει——
Υπερσυντέλικοςείχα κράξειείχες κράξειείχε κράξει———
Υποτακτικήνα έχω κράξει / να κράζω / να κράξωνα έχεις κράξει / να κράζεις / να κράξειςνα έχει κράξει / να κράζει / να κράξεινα έχουμε κράξει / να κράζουμε / να κράξουμενα κράζετε / να κράξετενα κράζουν / να κράζουνε / να κράξουν / να κράξουνε
Προστακτική—κράζε / κράξε——κράζετε / κράξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →