κράζω
•
- για πουλιάβγάζω (δυνατή) φωνή ή κραυγή (σαν του κόρακα) Βικιλεξικό
- για ανθρώπουςφωνάζω (δυνατά και διαπεραστικά) Βικιλεξικό
- φωνάζω, καλώ, προσκαλώ κάποιον Βικιλεξικό
- Άξαφνα όμως άκουσε μια φωνή που έκραξε τ’ όνομά της. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)
- μεταφορικάαποδοκιμάζω, γιουχάρω Βικιλεξικό
- στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας είχα νιώσει ότι, ε, όπως και να το κάνεις, ο δημιουργός πήγαινε γυρεύοντας για να τον κράξουν, με τέτοιο συνδυασμό ασυναρτησίας, δηθενιάς και έπαρσης που ξετύλιγε στο πανί (Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, Εκδ. Ίκαρος, 2022)
- ο προσπορισμός κέρδους από τη χειραγώγηση της μαζικής αφέλειας, είναι από τα πιο ειδεχθή κακουργήματα και παραδόξως εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, δεν τυγχάνει της ανάλογης αντιμετώπισης από τη δικαιοσύνη. Εδώ, το πολύ πολύ, να σε κράξουν στα τηλεοπτικά κατινοδικεία, να γελάσουν μαζί σου (αλλά, πρωτίστως, να γελάσουν με εκείνους που σε πιστεύουν) (Πέτρος Τατσόπουλος, Το όπιο του λαού - Μια ανορθόδοξη προσέγγιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
- μεταφορικάμαλώνω, επιπλήττω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπρομοτάρω πιεστικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κράζω < αρχαία ελληνική κράζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *k(V)r-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κράζω | κράζεις | κράζει | κράζουμε | κράζετε | κράζουν / κράζουνε |
| Παρατατικός | έκραζα | έκραζες | έκραζε | κράζαμε | κράζατε | έκραζαν / κράζαν / κράζανε |
| Αόριστος | έκραξα | έκραξες | έκραξε | κράξαμε | κράξατε | έκραξαν / κράξαν / κράξανε |
| Μέλλοντας | θα κράζω / θα κράξω | θα κράζεις / θα κράξεις | θα κράζει / θα κράξει | θα κράζουμε / θα κράξουμε | θα κράζετε / θα κράξετε | θα κράζουν / θα κράζουνε / θα κράξουν / θα κράξουνε |
| Παρακείμενος | έχω κράξει | έχεις κράξει | έχει κράξει | έχουμε κράξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κράξει | είχες κράξει | είχε κράξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κράξει / να κράζω / να κράξω | να έχεις κράξει / να κράζεις / να κράξεις | να έχει κράξει / να κράζει / να κράξει | να έχουμε κράξει / να κράζουμε / να κράξουμε | να κράζετε / να κράξετε | να κράζουν / να κράζουνε / να κράξουν / να κράξουνε |
| Προστακτική | — | κράζε / κράξε | — | — | κράζετε / κράξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →