κράκερ
•
- ουδέτεροείδος τραγανού σνακ Βικιλεξικό
- αρσενικό ή θηλυκόάτομο που αποπειράται να αποκτήσει πρόσβαση σε υπολογιστικά συστήματα με σκοπό να τα βλάψει ή και να τα καταστρέψει Βικιλεξικό
- Συνελήφθη και φυλακίστηκε ο Έλληνας κράκερ που παραβίαζε υπολογιστικά συστήματα ξένων διωκτικών αρχών.
Ετυμολογία
κράκερ < αγγλική cracker
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →