κράλης
•
- ιστορίατίτλος βασιλιά διαφόρων λαών της ανατολικής Eυρώπης (όπως των Σέρβων) Βικιλεξικό
- 18ος αιώνας ⌘ Καισάριος Δαπόντες στο Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, 3, σελ.46
Ετυμολογία
κράλης < μεσαιωνική ελληνική κράλης < σλαβικής προέλευσης краљ (βασιλιάς) < πρωτοσλαβική *kõrľь < παλαιά άνω γερμανική Karl < πρωτογερμανική *karilaz (ελεύθερος άνθρωπος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κράλης | κράληδες |
| Γενική | κράλη | κράληδων |
| Αιτιατική | κράλη | κράληδες |
| Κλητική | κράλη | κράληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →