κράμβη
•
- φυτόποώδες φυτό, λαχανικό της οικογένειας των Σταυρανθών, (επιστημονική ονομασία: Κράμβη η λαχανώδης) Βικιλεξικό
- λαχανικότο λάχανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κράμβη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κράμβη (αγριολάχανο) < σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική crambe για τη νέα σημασία < αρχαία ελληνική κράμβη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κράμβη | κράμβες |
| Γενική | κράμβης | κραμβών |
| Αιτιατική | κράμβη | κράμβες |
| Κλητική | κράμβη | κράμβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →