Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κράση

/ˈkɾa.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα της ανάμειξης υγρών ή λιωμένων μετάλλων Βικιλεξικό
  2. γραμματικήσυγχώνευση του τελικού φωνήεντος ή διφθόγγου μιας λέξης με το αρκτικό φωνήεν ή δίφθογγο της επόμενης λέξης Βικιλεξικό
    • σημείωση: στα αρχαία ελληνικά, σημειώνεται με κορωνίδα αντί για ψιλή πάνω από το νέο φωνήεν, ή παραμένει δασεία
    • Δυό λέξεις πού ἔπαθαν στ' ἀρχαῖα ἤ ἀργότερα συναλοιφή καί σήμερα ἀποτελοῦν μιά λέξη (κράση) δέν παίρνουν κορωνίδα. Λ.χ. κάν, σάν, καμιά, κάποιος, τουλάχιστο κτλ. μολαταῦτα, μολονότι κτλ. (Δελτίο τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Ὁμίλου, τόμος 3, Ἐκπαιδευτικός Ὅμιλος, Ἀθήνα, 1913, σελ. 69)
  3. η ιδιαίτερη φυσική κατάσταση του οργανισμού κάθε ανθρώπου Βικιλεξικό
    • έχει πολύ γερή κράση

Ετυμολογία

κράση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρᾶ(σις)) (ανάμειξη, ανακάτεμα όπως κρασιού με νερό) + -ση → δείτε και τη λέξη κράμα :* για τον όρο της γραμματικής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κρᾶσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκράσηκράσεις
Γενικήκράσηςκράσεων
Αιτιατικήκράσηκράσεις
Κλητικήκράσηκράσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →