κράτει
•
- ναυτικός όροςεντολή της γέφυρας ενός πλοίου προς το μηχανοστάσιο για σταμάτημα της μηχανής ή των μηχανών του, λ.χ. όταν το σκάφος κάνει αναστροφή, από κίνηση πρόσω σε ανάποδα Βικιλεξικό
- Κράτει η δεξιά (μηχανή) !
- σημείωση: δεν πρέπει να συγχέεται με την εντολή τέλος με τις μηχανές (finished with engines)
- κάνω κράτει : περιορίζω κάτι που κάνω, συγκρατιέμαι, είμαι εγκρατής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κράτει! < ρήμα κρατώ (προστατική, → βλ. παρακάτω)
Άλλοι τύποι
κράτει!
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →