κράτημα
•
- το να κρατάει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόη ικανότητα να κρατιέται στη θέση του, να διατηρεί σταθερή την πορεία του ένα αυτοκίνητο ιδίως μέσα σε μια στροφή Βικιλεξικό
- για κόμμωσηη ιδιότητα του να κρατιέται σταθερό το σχήμα που δίνεται στα μαλλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κράτημα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κράτημα | κρατήματα |
| Γενική | κρατήματος | κρατημάτων |
| Αιτιατική | κράτημα | κρατήματα |
| Κλητική | κράτημα | κρατήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →