Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κράτημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το να κρατάει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
  2. στον πληθυντικόη ικανότητα να κρατιέται στη θέση του, να διατηρεί σταθερή την πορεία του ένα αυτοκίνητο ιδίως μέσα σε μια στροφή Βικιλεξικό
  3. για κόμμωσηη ιδιότητα του να κρατιέται σταθερό το σχήμα που δίνεται στα μαλλιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κράτημα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκράτημακρατήματα
Γενικήκρατήματοςκρατημάτων
Αιτιατικήκράτημακρατήματα
Κλητικήκράτημακρατήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →