κράτιστος
•
- λόγιοπου είναι πάρα πολύ ισχυρός ή κραταιός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κράτιστος < αρχαία ελληνική κράτιστος, υπερθετικός βαθμός του κρατύς < κράτος (δύναμη)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κράτιστος | κράτιστη | κράτιστο |
| Γενική | κράτιστου | κράτιστης | κράτιστου |
| Αιτιατική | κράτιστο | κράτιστη | κράτιστο |
| Κλητική | κράτιστε | κράτιστη | κράτιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κράτιστοι | κράτιστες | κράτιστα |
| Γενική | κράτιστων | κράτιστων | κράτιστων |
| Αιτιατική | κράτιστους | κράτιστες | κράτιστα |
| Κλητική | κράτιστοι | κράτιστες | κράτιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →