κρέας
•
- η σάρκα ζώων ή ανθρώπων Βικιλεξικό
- τα ψωμάκια, το περιττό λίπος κάποιου
- μεταφορικάάνθρωπος χωρίς ενσυναίσθηση ή συναίσθημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρέας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρέας < πρωτοελληνική *kréwas < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kréwh₂s
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρέας | κρέατα |
| Γενική | κρέατος | κρεάτων |
| Αιτιατική | κρέας | κρέατα |
| Κλητική | κρέας | κρέατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →