κρέμα
•
- γαστρονομίατο λίπος του γάλακτος που εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από δυνατή ανάδευση· χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική Βικιλεξικό
- γαστρονομίαμείγμα με βούτυρο, αβγά, άμυλο, ζάχαρη κι άλλα υλικά, το οποίο σερβίρεται σαν επιδόρπιο ή γλύκισμα Βικιλεξικό
- Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argiro.gr https://www.argiro.gr/recipe/gkanas-krema-sokolatas-gia-epikalupsi-kormou-kai-tourtas/)
- καλλυντικό ή φαρμακευτικό παρασκεύασμα με ημίρρευστη υφή, το οποίο αλείφεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρέμα αντιδάνειο < (άμεσο δάνειο) ιταλική crema < παλαιά γαλλική cresme < λατινική chrisma < αρχαία ελληνική χρῖσμα :* ή < (άμεσο δάνειο) ιταλική crema < γαλλική crème < υστερολατινική crama < κελτική karma (καϊμάκι, ανθόγαλο) με επίδραση της υστερολατινικής chrisma < αρχαία ελληνική χρῖσμα :* για το καλλυντικό < (άμεσο δάνειο) γαλλική crème
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρέμα | κρέμες |
| Γενική | κρέμας | κρεμών |
| Αιτιατική | κρέμα | κρέμες |
| Κλητική | κρέμα | κρέμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →