Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρέμα

/ˈkɾe.ma/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γαστρονομίατο λίπος του γάλακτος που εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από δυνατή ανάδευση· χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική Βικιλεξικό
  2. γαστρονομίαμείγμα με βούτυρο, αβγά, άμυλο, ζάχαρη κι άλλα υλικά, το οποίο σερβίρεται σαν επιδόρπιο ή γλύκισμα Βικιλεξικό
    • Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argiro.gr https://www.argiro.gr/recipe/gkanas-krema-sokolatas-gia-epikalupsi-kormou-kai-tourtas/)
  3. καλλυντικό ή φαρμακευτικό παρασκεύασμα με ημίρρευστη υφή, το οποίο αλείφεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρέμα αντιδάνειο < (άμεσο δάνειο) ιταλική crema < παλαιά γαλλική cresme < λατινική chrisma < αρχαία ελληνική χρῖσμα :* ή < (άμεσο δάνειο) ιταλική crema < γαλλική crème < υστερολατινική crama < κελτική karma (καϊμάκι, ανθόγαλο) με επίδραση της υστερολατινικής chrisma < αρχαία ελληνική χρῖσμα :* για το καλλυντικό < (άμεσο δάνειο) γαλλική crème

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκρέμακρέμες
Γενικήκρέμαςκρεμών
Αιτιατικήκρέμακρέμες
Κλητικήκρέμακρέμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →