κρέμαση
•
- αρχιτεκτονικήοικοδομικό στοιχείο που προεξέχει προς τα κάτω Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήκατασκευή, πλατιά στο επάνω μέρος και στενότερη στο κάτω, μέσω της οποίας έφτανε το νερό με δύναμη μέσα σ’ έναν νερόμυλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρέμαση < αρχαία ελληνική κρέμασις < κρεμάννυμι / κρεμαννύω / κρεμάω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρέμαση | κρεμάσεις |
| Γενική | κρέμασης | κρεμάσεων |
| Αιτιατική | κρέμαση | κρεμάσεις |
| Κλητική | κρέμαση | κρεμάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →