Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρένω

ρήμα
•
  1. λέω, μιλάω Βικιλεξικό
    • Λασπόλουτρα μ' ἔστειλες νὰ κάνω ἢ ἡλιόλουτρα; Ἰλυόλουτρα. --Ἔμ τότε τί λάσπες μοῦ κρένεις; - Γιατὶ ἔπρεπε τά ἰλυόλουτρα νὰ τὰ κάνεις στὴ λάσπη . – ̓́Αμ τότε τί ἡλιόλουτρα θὰ ̓ταν , ἀφοῦ θὰ ̓κανα λασπόλουτρα; ...Διότι ! ... ( συνεχίζει καὶ πιὸ κορδωμένος ὁ φοιτητής ) τὸ « ἥλι- ος » γράφεται τὸ «η» μὲ ἦτα καὶ τὸ «λὶ» μὲ γιώτα ! Ὄχι τὸ « ι » μὲ γιώτα καὶ τὸ « λί » μὲ ὕψιλον (Μενέλαος Λουντέμης, Καληνύχτα Ζωή, 1965, σελ. 178)
  2. προκαλώ ή προσκαλώ κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρένω < μεσαιωνική ελληνική κρένω < αρχαία ελληνική κρίνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →