Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρήδεμνο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κεφαλόδεσμος, γυναικείο κάλυμμα κεφαλής Βικιλεξικό
  2. μεταφορικά, οι επάλξεις των τειχών Βικιλεξικό
  3. μεταφορικά, πώμα αγγείου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρήδεμνο <αρχαία ελληνική κρήδεμνον: κρη- κάρα και το ρήμα δέω- ω, όπως και κρησφύγετον

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →