κρίμα
•
- η αμαρτία Βικιλεξικό
- είπα στον παπά όλα τα κρίματά μου
- Και στο τέλος ποιο είναι το μεγάλο κρίμα της, το άλυτο και το ασυμπάθιστο, που πρέπει να το σέρνει σ’ όλη τη ζωή; (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου, 1991)
- Οἱ φόνοι καὶ τὰ κρίματα ἔπλεξαν πλοκὸ καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν ψυχὴ νὰ διαβῇ τὸ τρίχινο γεφύρι στὸν Κάτω Κόσμο. Φορτωμένη μὲ χοντρὲς ἁλυσίδες, σκλάβα σέρνεται στοὺς τόπους ποῦ κριμάτισε, θρηνολογεῖ καὶ δέρνεται βαρύγνωμη καὶ ἀλύτρωτη πάντα. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι κουρσάροι, Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
- η αδικία Βικιλεξικό
- είναι μεγάλο κρίμα, απέλυσαν αυτόν και όχι τον υφιστάμενο
- η ατυχία Βικιλεξικό
- είναι κρίμα είναι που δεν σε είχα γνωρίσει τότε
Ετυμολογία
κρίμα < αρχαία ελληνική κρίμα κρίμαουδέτερο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρίμα | κρίματα |
| Γενική | κρίματος | κριμάτων |
| Αιτιατική | κρίμα | κρίματα |
| Κλητική | κρίμα | κρίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →