κρίσιμος
•
- που θα κρίνει, που θα έχει δηλαδή αποφασιστικό χαρακτήρα για την εξέλιξη ή την κατάληξη μιας υπόθεσης Βικιλεξικό
- Η σημερινή ψηφοφορία είναι κρίσιμη για το μέλλον της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
- συνεκδοχικάπου εμπεριέχει κίνδυνο Βικιλεξικό
- Η θεραπεία βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο.
- φυσικήοριακή τιμή φυσικού μεγέθους στην οποία συντελείται απότομη μεταβολή των ιδιοτήτων ενός σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρίσιμος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα κρίσιμος < αρχαία ελληνική κρίσιμος (κρίσιμη μέρα μιας αρρώστιας), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική critique, αγγλική critical. Μορφολογικά αναλύεται σε κρίσ- + -ιμος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρίσιμος | κρίσιμη | κρίσιμο |
| Γενική | κρίσιμου | κρίσιμης | κρίσιμου |
| Αιτιατική | κρίσιμο | κρίσιμη | κρίσιμο |
| Κλητική | κρίσιμε | κρίσιμη | κρίσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρίσιμοι | κρίσιμες | κρίσιμα |
| Γενική | κρίσιμων | κρίσιμων | κρίσιμων |
| Αιτιατική | κρίσιμους | κρίσιμες | κρίσιμα |
| Κλητική | κρίσιμοι | κρίσιμες | κρίσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →