Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρίσιμος

/ˈkɾi.si.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που θα κρίνει, που θα έχει δηλαδή αποφασιστικό χαρακτήρα για την εξέλιξη ή την κατάληξη μιας υπόθεσης Βικιλεξικό
    • Η σημερινή ψηφοφορία είναι κρίσιμη για το μέλλον της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
  2. συνεκδοχικάπου εμπεριέχει κίνδυνο Βικιλεξικό
    • Η θεραπεία βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο.
  3. φυσικήοριακή τιμή φυσικού μεγέθους στην οποία συντελείται απότομη μεταβολή των ιδιοτήτων ενός σώματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρίσιμος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα κρίσιμος < αρχαία ελληνική κρίσιμος (κρίσιμη μέρα μιας αρρώστιας), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική critique, αγγλική critical. Μορφολογικά αναλύεται σε κρίσ- + -ιμος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκρίσιμοςκρίσιμηκρίσιμο
Γενικήκρίσιμουκρίσιμηςκρίσιμου
Αιτιατικήκρίσιμοκρίσιμηκρίσιμο
Κλητικήκρίσιμεκρίσιμηκρίσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκρίσιμοικρίσιμεςκρίσιμα
Γενικήκρίσιμωνκρίσιμωνκρίσιμων
Αιτιατικήκρίσιμουςκρίσιμεςκρίσιμα
Κλητικήκρίσιμοικρίσιμεςκρίσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →