κρίτρια
•
- θηλυκό του κριτής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρίτρια < κριτής + κατάληξη θηλυκού -τρια (ή < μεσαιωνική ελληνική κρίτρια < αρχαία ελληνική κριτής < κρίνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρίτρια | κρίτριες |
| Γενική | κρίτριας | κριτριών |
| Αιτιατική | κρίτρια | κρίτριες |
| Κλητική | κρίτρια | κρίτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →