Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κραγιόνι

/kraˈʝo.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γραφική ύληχρωματιστό μολύβι ζωγραφικής Βικιλεξικό
    • (Χρειάζεται ξεκαθάρισμα αν είναι ξυλομπογιά ή/και κηρομπογιά)
  2. κατ’ επέκτασηέργο ή είδος ζωγραφικής με τέτοιο μολύβι Βικιλεξικό
  3. το κραγιόν για τα χείλη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κραγιόνι < κραγιόν + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκραγιόνικραγιόνια
Γενικήκραγιονιούκραγιονιών
Αιτιατικήκραγιόνικραγιόνια
Κλητικήκραγιόνικραγιόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →