κραγιόνι
•
- γραφική ύληχρωματιστό μολύβι ζωγραφικής Βικιλεξικό
- (Χρειάζεται ξεκαθάρισμα αν είναι ξυλομπογιά ή/και κηρομπογιά)
- κατ’ επέκτασηέργο ή είδος ζωγραφικής με τέτοιο μολύβι Βικιλεξικό
- το κραγιόν για τα χείλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κραγιόνι < κραγιόν + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κραγιόνι | κραγιόνια |
| Γενική | κραγιονιού | κραγιονιών |
| Αιτιατική | κραγιόνι | κραγιόνια |
| Κλητική | κραγιόνι | κραγιόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →