κρασάς
•
- επάγγελμααυτός που παράγει ή εμπορεύεται κρασί Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημπεκρής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρασάς < κρασί + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρασάς | κρασάδες |
| Γενική | κρασά | κρασάδων |
| Αιτιατική | κρασά | κρασάδες |
| Κλητική | κρασά | κρασάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →