κρασοπότηρο
•
- οικείοποτήρι για κρασί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρασοπότηρο < κρασο- + ποτήρ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρασοπότηρο | κρασοπότηρα |
| Γενική | κρασοπότηρου | κρασοπότηρων |
| Αιτιατική | κρασοπότηρο | κρασοπότηρα |
| Κλητική | κρασοπότηρο | κρασοπότηρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →