κρασπεδώνω
•
- κατασκευάζω κράσπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρασπεδώνω < κράσπεδο + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρασπεδώνω | κρασπεδώνεις | κρασπεδώνει | κρασπεδώνουμε | κρασπεδώνετε | κρασπεδώνουν / κρασπεδώνουνε |
| Παρατατικός | κρασπέδωνα | κρασπέδωνες | κρασπέδωνε | κρασπεδώναμε | κρασπεδώνατε | κρασπέδωναν / κρασπεδώναν / κρασπεδώνανε |
| Αόριστος | κρασπέδωσα | κρασπέδωσες | κρασπέδωσε | κρασπεδώσαμε | κρασπεδώσατε | κρασπέδωσαν / κρασπεδώσαν / κρασπεδώσανε |
| Μέλλοντας | θα κρασπεδώνω / θα κρασπεδώσω | θα κρασπεδώνεις / θα κρασπεδώσεις | θα κρασπεδώνει / θα κρασπεδώσει | θα κρασπεδώνουμε / θα κρασπεδώσουμε | θα κρασπεδώνετε / θα κρασπεδώσετε | θα κρασπεδώνουν / θα κρασπεδώνουνε / θα κρασπεδώσουν / θα κρασπεδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κρασπεδώσει | έχεις κρασπεδώσει | έχει κρασπεδώσει | έχουμε κρασπεδώσει | έχετε κρασπεδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρασπεδώσει | είχες κρασπεδώσει | είχε κρασπεδώσει | είχαμε κρασπεδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρασπεδώσει / να κρασπεδώνω / να κρασπεδώσω | να έχεις κρασπεδώσει / να κρασπεδώνεις / να κρασπεδώσεις | να έχει κρασπεδώσει / να κρασπεδώνει / να κρασπεδώσει | να έχουμε κρασπεδώσει / να κρασπεδώνουμε / να κρασπεδώσουμε | να έχετε κρασπεδώσει / να κρασπεδώνετε / να κρασπεδώσετε | να κρασπεδώνουν / να κρασπεδώνουνε / να κρασπεδώσουν / να κρασπεδώσουνε |
| Προστακτική | — | κρασπέδωνε / κρασπέδωσε | — | — | κρασπεδώνετε / κρασπεδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →