Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρατήρας

/kɾaˈti.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχαιολογίααρχαίο αγγείο μεγάλου μεγέθους, με δύο χερούλια, μέσα στο οποίο αναμείγνυαν το κρασί και το νερό Βικιλεξικό
  2. γεωλογίαστόμιο ενός ηφαιστείου, συνήθως στο πάνω μέρος του, από το οποίο βγαίνουν καπνοί, λάβα, στάχτες, κ.α. Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασημεγάλη φυσική οπή στο έδαφος Βικιλεξικό
    • ο μετεωρίτης άνοιξε μεγάλο κρατήρα
    • το έδαφος της Σελήνης είναι γεμάτο κρατήρες

Ετυμολογία

κρατήρας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρατήρ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκρατήραςκρατήρες
Γενικήκρατήρακρατήρων
Αιτιατικήκρατήρακρατήρες
Κλητικήκρατήρακρατήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →