κρατήρας
•
- αρχαιολογίααρχαίο αγγείο μεγάλου μεγέθους, με δύο χερούλια, μέσα στο οποίο αναμείγνυαν το κρασί και το νερό Βικιλεξικό
- γεωλογίαστόμιο ενός ηφαιστείου, συνήθως στο πάνω μέρος του, από το οποίο βγαίνουν καπνοί, λάβα, στάχτες, κ.α. Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημεγάλη φυσική οπή στο έδαφος Βικιλεξικό
- ο μετεωρίτης άνοιξε μεγάλο κρατήρα
- το έδαφος της Σελήνης είναι γεμάτο κρατήρες
Ετυμολογία
κρατήρας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρατήρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατήρας | κρατήρες |
| Γενική | κρατήρα | κρατήρων |
| Αιτιατική | κρατήρα | κρατήρες |
| Κλητική | κρατήρα | κρατήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →