κρατερότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα του κρατερού Βικιλεξικό
- Ο ζωόμορφος άνθρωπος και ο ανθρωπίνως σκεπτόμενος όνος, υπό το πρίσμα αυτό, και μέσα σε μια αμφίδρομη διαδικασία αποκτήνωσης και εξανθρωπισμού, αποκτούν μια καίρια συμβολική διάσταση, η οποία υπερβαίνει τους επιμέρους «συμβολισμούς» της δύναμης και της εγκαρτέρησης, της αφοσίωσης, της ερωτικής κρατερότητας ή της σωματικής αλκής. (εφ. Καθημερινή, 27.02.2005)
Ετυμολογία
κρατερότητα < κρατερ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατερότητα | κρατερότητες |
| Γενική | κρατερότητας | κρατεροτήτων |
| Αιτιατική | κρατερότητα | κρατερότητες |
| Κλητική | κρατερότητα | κρατερότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →