κρατητήριο
•
- ο χώρος στα αστυνομικά τμήματα όπου κρατούνται προσωρινά οι κρατούμενοι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρατητήριο < από το ρήμα κρατώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατητήριο | κρατητήρια |
| Γενική | κρατητήριου / κρατητηρίου | κρατητηρίων |
| Αιτιατική | κρατητήριο | κρατητήρια |
| Κλητική | κρατητήριο | κρατητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →