κρατικοδίαιτος
•
- μειωτικόκάποιος (πρόσωπο, φορέας, επιχείρηση κ.λπ.) που αποκτά το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του από την οικονομική σχέση του με το κράτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρατικοδίαιτος < κρατικός + -ο- + -δίαιτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατικοδίαιτος | κρατικοδίαιτη | κρατικοδίαιτο |
| Γενική | κρατικοδίαιτου | κρατικοδίαιτης | κρατικοδίαιτου |
| Αιτιατική | κρατικοδίαιτο | κρατικοδίαιτη | κρατικοδίαιτο |
| Κλητική | κρατικοδίαιτε | κρατικοδίαιτη | κρατικοδίαιτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατικοδίαιτοι | κρατικοδίαιτες | κρατικοδίαιτα |
| Γενική | κρατικοδίαιτων | κρατικοδίαιτων | κρατικοδίαιτων |
| Αιτιατική | κρατικοδίαιτους | κρατικοδίαιτες | κρατικοδίαιτα |
| Κλητική | κρατικοδίαιτοι | κρατικοδίαιτες | κρατικοδίαιτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →