κρατούνι
•
- ιδιωματικόη κεφαλή, το κεφάλι Βικιλεξικό
- η βάλανος του πέους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρατούνι > κάρα + -ούνι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατούνι | κρατούνια |
| Γενική | κρατουνιού | κρατουνιών |
| Αιτιατική | κρατούνι | κρατούνια |
| Κλητική | κρατούνι | κρατούνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →