κρατών
•
- επικρατών, που επικρατεί Βικιλεξικό
- Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psychologynow.gr/istoria-psyxologias/viografies/melampous-argos-1400-p-x-enas-iatromantis-psyxotherapeftis/)
Ετυμολογία
κρατών < αρχαία ελληνική κρατῶν
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατών | κρατούσα | κρατούν |
| Γενική | κρατούντος | κρατούσας / κρατούσης | κρατούντος |
| Αιτιατική | κρατούντα | κρατούσα | κρατούν |
| Κλητική | κρατών | κρατούσα | κρατούν |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατούντες | κρατούσες | κρατούντα |
| Γενική | κρατούντων | κρατουσών | κρατούντων |
| Αιτιατική | κρατούντες | κρατούσες | κρατούντα |
| Κλητική | κρατούντες | κρατούσες | κρατούντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →