κραυγάζω
•
- φωνάζω δυνατά, με ένταση, βγάζω κραυγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κραυγάζω < αρχαία ελληνική κραυγάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κραυγάζω | κραυγάζεις | κραυγάζει | κραυγάζουμε | κραυγάζετε | κραυγάζουν / κραυγάζουνε |
| Παρατατικός | κραύγαζα | κραύγαζες | κραύγαζε | κραυγάζαμε | κραυγάζατε | κραυγάζαν / κραυγάζανε / κραύγαζαν |
| Αόριστος | κραύγασα | κραύγασες | κραύγασε | κραυγάσαμε | κραυγάσατε | κραυγάσαν / κραυγάσανε / κραύγασαν |
| Μέλλοντας | θα κραυγάζω / θα κραυγάσω | θα κραυγάζεις / θα κραυγάσεις | θα κραυγάζει / θα κραυγάσει | θα κραυγάζουμε / θα κραυγάσουμε | θα κραυγάζετε / θα κραυγάσετε | θα κραυγάζουν / θα κραυγάζουνε / θα κραυγάσουν / θα κραυγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κραυγάσει | έχεις κραυγάσει | έχει κραυγάσει | έχουμε κραυγάσει | έχετε κραυγάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κραυγάσει | είχες κραυγάσει | είχε κραυγάσει | είχαμε κραυγάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κραυγάσει / να κραυγάζω / να κραυγάσω | να έχεις κραυγάσει / να κραυγάζεις / να κραυγάσεις | να έχει κραυγάσει / να κραυγάζει / να κραυγάσει | να έχουμε κραυγάσει / να κραυγάζουμε / να κραυγάσουμε | να έχετε κραυγάσει / να κραυγάζετε / να κραυγάσετε | να κραυγάζουν / να κραυγάζουνε / να κραυγάσουν / να κραυγάσουνε |
| Προστακτική | — | κραύγαζε / κραύγασε | — | — | κραυγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κραυγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →