κρεβατίνα
•
- πλαίσιο πάνω στο οποίο στερεώνεται η κληματαριά Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη κληματαριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεβατίνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρεβατίνα < κρεβάτ(ι) + -ίνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρεβατίνα | κρεβατίνες |
| Γενική | κρεβατίνας | κρεβατίνων |
| Αιτιατική | κρεβατίνα | κρεβατίνες |
| Κλητική | κρεβατίνα | κρεβατίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →