κρεβαταριά
•
- ιδιωματικό^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα Βικιλεξικό
- ιδιωματικό^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεβαταριά < λατινική grabatus (= κλίνη) > μεσαιωνική ελληνική κράβατος > κρέβατος, κρεβάτα, κρεβάτι(ον) : κρεβάτα + -ριά ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρεβαταριά | κρεβαταριές |
| Γενική | κρεβαταριάς | κρεβαταριών |
| Αιτιατική | κρεβαταριά | κρεβαταριές |
| Κλητική | κρεβαταριά | κρεβαταριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →