Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρεβατοκάμαρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το υπνοδωμάτιο, το δωμάτιο του σπιτιού που είναι επιπλωμένο με κρεβάτι και όπου κοιμόμαστε Βικιλεξικό
    • Στο κέντρο της κρεβατοκάμαρας ήταν το τεράστιο κρεβάτι πάνω στο οποίο κείτονταν ο Θεόδωρος Καρατάσος (Ελληνικά εγκλήματα 4, Δεκαεννέα αστυνομικές ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
    • Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...» (Χίλντα Παπαδημητρίου, Η συχνότητα του θανάτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
  2. η επίπλωση του υπνοδωματίου, κυρίως το κρεβάτι με τα κομοδίνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρεβατοκάμαρα < κρεβάτι + κάμαρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκρεβατοκάμαρακρεβατοκάμαρες
Γενικήκρεβατοκάμαραςκρεβατοκαμαρών
Αιτιατικήκρεβατοκάμαρακρεβατοκάμαρες
Κλητικήκρεβατοκάμαρακρεβατοκάμαρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →