κρεβατομουρμούρα
•
- προφορικότα συνεχή και κουραστικά παράπονα ή γκρίνιες που εκφράζει ο ένας σύζυγος στον άλλο στο κρεβάτι, την ώρα που έχουν ξαπλώσει για να κοιμηθούν για βράδυ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεβατομουρμούρα < κρεβάτ(ι) + -ο + μουρμούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρεβατομουρμούρα | κρεβατομουρμούρες |
| Γενική | κρεβατομουρμούρας | — |
| Αιτιατική | κρεβατομουρμούρα | κρεβατομουρμούρες |
| Κλητική | κρεβατομουρμούρα | κρεβατομουρμούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →