κρεβατώνω
•
- οικείορίχνω κάποιον άρρωστο στο κρεβάτι, τον καθιστώ κλινήρη για μεγάλο διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεβατώνω < κρεβάτι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρεβατώνω | κρεβατώνεις | κρεβατώνει | κρεβατώνουμε | κρεβατώνετε | κρεβατώνουν / κρεβατώνουνε |
| Παρατατικός | κρεβάτωνα | κρεβάτωνες | κρεβάτωνε | κρεβατώναμε | κρεβατώνατε | κρεβάτωναν / κρεβατώναν / κρεβατώνανε |
| Αόριστος | κρεβάτωσα | κρεβάτωσες | κρεβάτωσε | κρεβατώσαμε | κρεβατώσατε | κρεβάτωσαν / κρεβατώσαν / κρεβατώσανε |
| Μέλλοντας | θα κρεβατώνω / θα κρεβατώσω | θα κρεβατώνεις / θα κρεβατώσεις | θα κρεβατώνει / θα κρεβατώσει | θα κρεβατώνουμε / θα κρεβατώσουμε | θα κρεβατώνετε / θα κρεβατώσετε | θα κρεβατώνουν / θα κρεβατώνουνε / θα κρεβατώσουν / θα κρεβατώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κρεβατώσει | έχεις κρεβατώσει | έχει κρεβατώσει | έχουμε κρεβατώσει | έχετε κρεβατώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρεβατώσει | είχες κρεβατώσει | είχε κρεβατώσει | είχαμε κρεβατώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρεβατώσει / να κρεβατώνω / να κρεβατώσω | να έχεις κρεβατώσει / να κρεβατώνεις / να κρεβατώσεις | να έχει κρεβατώσει / να κρεβατώνει / να κρεβατώσει | να έχουμε κρεβατώσει / να κρεβατώνουμε / να κρεβατώσουμε | να έχετε κρεβατώσει / να κρεβατώνετε / να κρεβατώσετε | να κρεβατώνουν / να κρεβατώνουνε / να κρεβατώσουν / να κρεβατώσουνε |
| Προστακτική | — | κρεβάτωνε / κρεβάτωσε | — | — | κρεβατώνετε / κρεβατώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →