Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρεβατώνω

ρήμα
•
  1. οικείορίχνω κάποιον άρρωστο στο κρεβάτι, τον καθιστώ κλινήρη για μεγάλο διάστημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρεβατώνω < κρεβάτι + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκρεβατώνωκρεβατώνειςκρεβατώνεικρεβατώνουμεκρεβατώνετεκρεβατώνουν / κρεβατώνουνε
Παρατατικόςκρεβάτωνακρεβάτωνεςκρεβάτωνεκρεβατώναμεκρεβατώνατεκρεβάτωναν / κρεβατώναν / κρεβατώνανε
Αόριστοςκρεβάτωσακρεβάτωσεςκρεβάτωσεκρεβατώσαμεκρεβατώσατεκρεβάτωσαν / κρεβατώσαν / κρεβατώσανε
Μέλλονταςθα κρεβατώνω / θα κρεβατώσωθα κρεβατώνεις / θα κρεβατώσειςθα κρεβατώνει / θα κρεβατώσειθα κρεβατώνουμε / θα κρεβατώσουμεθα κρεβατώνετε / θα κρεβατώσετεθα κρεβατώνουν / θα κρεβατώνουνε / θα κρεβατώσουν / θα κρεβατώσουνε
Παρακείμενοςέχω κρεβατώσειέχεις κρεβατώσειέχει κρεβατώσειέχουμε κρεβατώσειέχετε κρεβατώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κρεβατώσειείχες κρεβατώσειείχε κρεβατώσειείχαμε κρεβατώσει——
Υποτακτικήνα έχω κρεβατώσει / να κρεβατώνω / να κρεβατώσωνα έχεις κρεβατώσει / να κρεβατώνεις / να κρεβατώσειςνα έχει κρεβατώσει / να κρεβατώνει / να κρεβατώσεινα έχουμε κρεβατώσει / να κρεβατώνουμε / να κρεβατώσουμενα έχετε κρεβατώσει / να κρεβατώνετε / να κρεβατώσετενα κρεβατώνουν / να κρεβατώνουνε / να κρεβατώσουν / να κρεβατώσουνε
Προστακτική—κρεβάτωνε / κρεβάτωσε——κρεβατώνετε / κρεβατώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →