κρεμάλα
•
- ξύλινη, συνήθως, κατασκευή από όπου κρέμεται σκοινί με θηλιά και που χρησιμοποιούνταν για τις εκτελέσεις θανατικής καταδίκης με απαγχονισμό Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάο απαγχονισμός, το κρέμασμα Βικιλεξικό
- η υπόθεση σηκώνει κρεμάλα, πάω για κρεμάλα, θέλει κρεμάλα
- Ήρωες νέοι μη σας τρομάζουν Δίκες κρεμάλες και άλλες ποινές.
- συνεκδοχικάο απαγχονισμός, το κρέμασμα Βικιλεξικό
- Είναι λες και τον πάνε για κρεμάλα (είναι πολύ στενοχωρημένος)
- μεταφορικάχιουμοριστικός χαρακτηρισμός του γάμου, της παντρειάς Βικιλεξικό
- παιχνίδι με λέξεις, κατά το οποίο ένας παίκτης γράφει το αρχικό και το τελευταίο γράμμα μιας λέξης, αφήνοντας ανάμεσά τους παύλες για τα υπόλοιπα· ένας άλλος παίκτης καλείται να μαντέψει σωστά τα ενδιάμεσα γράμματα, πριν σχεδιαστεί, με κάθε λάθος του, ολόκληρο ένα ανθρωπάκι που κρέμεται σε κρεμάλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεμάλα < κρεμάω / κρεμ(ώ) + -άλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρεμάλα | κρεμάλες |
| Γενική | κρεμάλας | — |
| Αιτιατική | κρεμάλα | κρεμάλες |
| Κλητική | κρεμάλα | κρεμάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →