κρεμάμενος
•
- που βρίσκεται κρεμασμένος αυτή τη στιγμή, που κρέμεται (Η μετοχή χρησιμοποιειται κυρίως στη φράση επί ξύλου κρεμάμενος ή σε λογοπαίγνια με παρεμφερές νοημα. Η αρχική φράση καθιερώθηκε απο το Χρυσόστομο για τον τρόπο θανάτωσης του Χριστού) Βικιλεξικό
- Είναι επί ξύλου κρεμάμενος : πέρα από το κυριολεκτικό νόημα, μεταφορικά σημαίνει τον "παντελώς αβοήθητο, τον αφημένο να υποφέρει"
Ετυμολογία
κρεμάμενος < μετοχή ενεστώτα του ρήματος αρχαίου κρεμάννυμι
Άλλοι τύποι
κρεμάμενακρεμάμενεκρεμάμενεςκρεμάμενηκρεμάμενηςκρεμάμενοκρεμάμενοικρεμάμενοςκρεμάμενουκρεμάμενουςκρεμάμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →