κρεμασμένος
•
- που έχει κρεμαστεί Βικιλεξικό
- στερεωμένος ή αναρτημένος σε ψηλό σημείο Βικιλεξικό
- Στον τοίχο είναι κρεμασμένο ένα πριόνι και στo τραπέζι αφημένος ένας μπαλτάς.
- οικείοαπαγχονισμένος (αυτόχειρας ή θύμα δολοφονίας ή εκτελεσμένος) Βικιλεξικό
- Η μπαλάντα των κρεμασμένων (Ο επικήδειος του Βιγιόν)
- οικείογαντζωμένος, γραπωμένος, απόλυτα εξαρτημένος Βικιλεξικό
- Είχε όμως τη γυναίκα κρεμασμένη πάνω του (Μπρέχτ, Η Χαζή Γυναίκα)
- οικείοεξαπατημένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεμασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κρεμάω και κρεμώ, κρέμομαι, κρεμιέμαι
Άλλοι τύποι
κρεμασμένακρεμασμένεκρεμασμένεςκρεμασμένηκρεμασμένηςκρεμασμένοκρεμασμένοικρεμασμένοςκρεμασμένουκρεμασμένουςκρεμασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →