Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρεμασμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει κρεμαστεί Βικιλεξικό
  2. στερεωμένος ή αναρτημένος σε ψηλό σημείο Βικιλεξικό
    • Στον τοίχο είναι κρεμασμένο ένα πριόνι και στo τραπέζι αφημένος ένας μπαλτάς.
  3. οικείοαπαγχονισμένος (αυτόχειρας ή θύμα δολοφονίας ή εκτελεσμένος) Βικιλεξικό
    • Η μπαλάντα των κρεμασμένων (Ο επικήδειος του Βιγιόν)
  4. οικείογαντζωμένος, γραπωμένος, απόλυτα εξαρτημένος Βικιλεξικό
    • Είχε όμως τη γυναίκα κρεμασμένη πάνω του (Μπρέχτ, Η Χαζή Γυναίκα)
  5. οικείοεξαπατημένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρεμασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κρεμάω και κρεμώ, κρέμομαι, κρεμιέμαι

Άλλοι τύποι

κρεμασμένακρεμασμένεκρεμασμένεςκρεμασμένηκρεμασμένηςκρεμασμένοκρεμασμένοικρεμασμένοςκρεμασμένουκρεμασμένουςκρεμασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →